προγραμματιστής


προγραμματιστής
ο, θηλ. προγραμματίστρια, Ν [προγραμματίζω]
1. αυτός που καταρτίζει πρόγραμμα και, ειδικότερα, ο ειδικός στην κατάρτιση προγραμμάτων για ηλεκτρονικό υπολογιστή
2. φρ. «ηλεκτρονικός προγραμματιστής» — ηλεκτρονικό μηχάνημα που επεξεργάζεται επιστημονικά προγράμματα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κρούτζεν, Πάουλ — (Paul Crutzen, Άμστερνταμ 1933 –). Ολλανδός μετεωρολόγος. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός και το 1961 προσελήφθη ως προγραμματιστής στο τμήμα μετεωρολογίας του πανεπιστημίου της Στοκχόλμης. Το 1963 ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στα… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.